Επιλεκτική / Εκλεκτική Αλαλία (Selective Mutism)

Ο όρος επιλεκτική ή εκλεκτική αλαλία χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια αγχώδης διαταραχή όπου το παιδί αδυνατεί να μιλήσει σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια παρά την ικανότητα του για λεκτική επικοινωνία (APA, 2013).
Τα παιδιά που βιώνουν αυτήν την ψυχοσυναισθηματική δυσκολία τείνουν να είναι επικοινωνιακά σε κάποια πλαίσια όπως το σπίτι τους, αλλά την ίδια στιγμή να δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν σε άλλα όπως το σχολείο, η γενικά σε ένα μη οικείο περιβάλλον.
Η επιλεκτική αλαλία μπορεί να συνυπάρχει με άλλες ψυχοσυναισθηματικές διαταραχές όπως η σχολική άρνηση, το άγχος αποχωρισμού, η κοινωνική φοβία κτλ.
Κατά κανόνα, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν αυτή τη δυσκολία περιγράφονται ως ντροπαλά και διστακτικά ή αδύναμα στο να δημιουργήσουν φιλίες. Αναλόγως, επηρεάζεται και η μαθησιακή επίδοση και συμμετοχή του παιδιού στο σχολικό πλαίσιο. Η επιλεκτική αλαλία εμφανίζεται σε ηλικίες μεταξύ 2-6 ετών (Viana,Beidel&Rabian,2009) και είναι πιο συχνή στα κορίτσια από ότι στα αγόρια.

Τα αίτια της επιλεκτικής αλαλίας δεν έχουν ακόμα προσδιοριστεί επακριβώς, εξαιτίας της σπανιότητάς της και της περιορισμένης έρευνας που έχει πραγματοποιηθεί γύρω από αυτήν. Γενικότερα, οι μελέτες έχουν δείξει πως είναι πολυπαραγοντική και καθορίζεται από μια σειρά αλληλένδετων παραγόντων, όπως γενετικά χαρακτηριστικά, ιδιοσυγκρασία, κοινωνικοί παράγοντες και επίτευξη αναπτυξιακών οροσήμων ανάλογα με την ηλικία (Cohan,Chavira, & Stein, 2006· Καρδαράς & Τάσιος, 2012).

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι, όπως και στις περισσότερες αγχώδεις διαταραχές, είναι πιθανό να υπάρχει κάποιο γενετικό υπόστρωμα το οποίο μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους στα μέλη της οικογένειας (Kotrba,2015· Viana et al., 2009). Αυτό δε σημαίνει ότι υπάρχουν γονίδια που είναι υπεύθυνα για την επιλεκτική αλαλία, όμως έρευνες έχουν δείξει πως οι γονείς αυτών των παιδιών παρουσιάζουν ιστορικό διαταραχών, όπως επιλεκτική αλαλία (Remschmidt et al., 2001, παράθεση σε Viana et al.,2009), γλωσσικές διαταραχές, διαταραχές προσωπικότητας ,κατάθλιψη (Andersson & Thomsen, 1998 παράθεση σε Vianaetal.,2009).
Από την άλλη, έχουν αναδειχθεί κατά κύριο λόγο περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως είναι οι μειωμένες ευκαιρίες κοινωνικής επαφής, η παρατήρηση αγχωδών συμπεριφορών ή η ενίσχυση συμπεριφορών αποφυγής, οι οποίοι φαίνεται να συντελούν σημαντικά στην εκδήλωση της διαταραχής (Viana et al., 2009).

Έτσι, τα παιδιά είναι πιθανό να ‘’μαθαίνουν’’ την αγχώδη συμπεριφορά μέσω του γονικού μοντέλου, δηλαδή οι γονείς να αποφεύγουν κοινωνικές καταστάσεις που τους προκαλούν άγχος ή αντιμετωπίζουν τους αγνώστους ως κάτι επικίνδυνο και απρόβλεπτο, κάτι το οποίο μειώνει το βαθμό έκθεσης και ομιλίας του παιδιού (Breda,2013·Kotrba, 2015).
Ως προς τις θεραπευτικές μεθόδους, υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις οι οποίες βασίζονται σε διαφορετικά θεωρητικά/αιτιολογικά πλαίσια για την επιλεκτική αλαλία. Αν και δεν υπάρχει μία κοινώς αποδεκτή προσέγγιση, υπάρχουν κάποιοι κοινοί στόχοι στα διάφορα προγράμματα παρέμβασης.
Αυτοί οι κύριοι στόχοι είναι η μείωση του άγχους του παιδιού, η ενδυνάμωση της αυτοεκτίμηση, της αυτοπεποίθησής του και η αύξηση της λεκτικής επικοινωνίας σε κοινωνικές καταστάσεις.

Πηγή:
Heidi Omdal (2008): Including children with selective mutism in mainstream
schools and kindergartens: problems and possibilities, International Journal of Inclusive Education,12:3, 301-315.

Mokaiti, F., Rekalidou, G., & Karousou, A. (2017). Selective Mutism in School. Relationships and Beliefs in Educational Context. A Case Study.. Preschool and Primary Education, 5(2), 27-64. doi:http://dx.doi.org/10.12681/ppej.11446

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο